Ο Ναός Παναγίας της Λύσης – Σύμβολο πίστης, ιστορίας και μνήμης.
Ο ιερός ναός της Παναγίας της Λύσης ή γνωστός και ως Λυσιώτισα, αποτελεί μνημείο ύψιστης
πολιτιστικής και ιστορικής σημασίας για το νησί μας. Αποτελεί ένα ζωντανό τεκμήριο της
πολιτιστικής μας κληρονομίας, της πίστης και της ιστορίας μας, καθώς τα ίχνη των ιστορικών
περιπετειών του τόπου βρίσκονται σκαλισμένα στην πετρά του ναού ως γοτθικά στοιχεία σε
μια τρουλαία βασιλική. Λιγότερο γνωστή είναι η ονομασία της εκκλησίας ως “Βοσκοπούλα”
ή “Βόσκαινα” στην κυπριακή διάλεκτο. Η παράδοση αναφέρει ότι καθώς η πλειονότητα των
κατοίκων της Λύσης ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, όταν αρρώσταινε κάποιο ζώο, έκοβαν
από το τρίχωμα του λίγες τούφες και τις εναπόθεταν μπροστά στην εικόνα της παναγίας, για
να το θεραπεύσει.
Η μελέτη μαρτυριών ντόπιων, παλαιών χειρογράφων κα παπικών εγγράφων της περιόδου της
Φράγκικης κυριαρχίας στο νησί από τον Αρχιμανδρίτη Βαρνάβα, πατέρα Ευσέβιο, φανέρωσε
την ύπαρξη ενός βυζαντινού μοναστηριού του 11ου αι. στην Λύση. Τον 15ο αι. οι μοναχοί του
μοναστηριού έκρυψαν τον θησαυρό του σε ένα ξεροπήγαδο με απώτερο σκοπό την προστασία
του από τους Μαμελούκους. Μετά την επιδρομή, ο θησαυρός παρέμεινε στην θέση του πάρα
την καταστροφή που υπέστη το κτίσμα. Το 1888 αποφασίστηκε η οικοδόμηση νέας εκκλησίας
μεγαλύτερης του ναού του Προφήτη Ηλία που μέχρι τότε λειτουργούσε στο χωριό, λόγω της
αύξησης του πληθυσμού. Η διαδικασία οικοδόμησης διήρκησε για σχεδόν μια δεκαετία (1892-
1901). Κατά την διαδικασία θεμελίωσης του νέου ναού, ήρθε στο φως το πηγάδι το οποίο
εντοπίστηκε στο κέντρο του νέου κτίσματος. Ο θησαυρός του μοναστηριού δεν εντοπίστηκε,
όμως βρέθηκαν τρεις αρχαίες εικόνες της Παναγίας. Ετσι, ο νέος ναός δεν αφιερώθηκε στον
Προφήτη Ηλία, αλλα στην Παναγία. Στην Παναγία της Λύσης.
Αρχιμάστορας και αρχιτέκτονας του κτίσματος αποτέλεσε ο Χριστόδουλος Γρούτας με
καταγωγή το Δάλι. Σε μετέπειτα στάδιο, την ανοικοδόμηση συνέχισε και τελείωσε ο Ιάκωβος
Παύλου με καταγωγή την Κοντέα, γνωστός ως «Μάστρε Γιακουμής». Ο Καθεδρικός ναός του
Αγίου Νικολάου στην Αμμόχωστο, ο οποίος αποτελεί γοτθικό κτίσμα του 14ου αι. αποτέλεσε
έμπνευση για τον ίδιο, καθώς το σημείο της κεντρικής εισόδου στην πρόσοψη της εκκλησίας
της Παναγίας, αποτελεί αντίγραφο της εισόδου του καθεδρικού στην Αμμόχωστο. Όπως
αναφέρουν οι πηγές, ο «Μάστρε Γιακουμής», ταξίδευε σε καθημερινή βάση με το ποδήλατο
του διανύοντας την απόσταση των 30 χιλιομέτρων από την Λύση μέχρι τον καθεδρικό στην
Αμμόχωστο έτσι ώστε να τον επεξεργαστεί, να εμπνευστεί και εν τέλει να δημιουργήσει την
νέα τότε εκκλησία της Παναγίας. Ο τύπος του ναού αποτελεί τρίκλιτη σταυροειδής τρουλαία
βασιλική, με έντονο το νέογοτθικό στοιχείο. Οι έντονες γοτθικές επιδράσεις που
παρατηρούνται στον ορθόδοξο αυτό ναό δεν εντοπίζονται σε άλλο μνημείο στο νησί.
Η εθελοντική εργασία των χωριανών αποτέλεσε ιδιαιτέρας σημασίας για την ανέγερση του
ναού. Εντύπωση δημιουργεί η πληροφόρηση σχετικά με την μεταφορά της πελεκητής πέτρας
από την Βορόκλινη, από τους ίδιους τους χωριανούς. Παρόλο που το οικοδόμημα μπορούσε
να χωρέσει πάνω από χίλια άτομα, η ανοικοδόμηση γυναικωνίτη το 1948 θεωρήθηκε
απαραίτητη.
Ο ναός πανηγύριζε στις 8 Σεπτεμβρίου και παύει να λειτουργεί μετά την τουρκική εισβολή του
1974.
Οι Τούρκοι τoν λεηλάτησαν. Το διάστημα μεταξύ του 1974 και του 2019 ο ναός μετατράπηκε
σε τζαμί από του Τούρκους, λόγω της απουσίας τζαμιού στην περιοχή. Το 2002 το αρχαίο
ξεροπήγαδο, το οποίο παλιά ανάβλυζε αγίασμα, ανοίχτηκε από τους Tούρκους και
ανασύρθηκε ο σπουδαίος θησαυρός του μοναστηριού για τον οποίο δεν γνωρίζουμε
περισσότερες πληροφορίες. Το παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία, που βρισκόταν στον περίβολο
του ναού, κατεδαφίστηκε. Την Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019, μετά από 45 χρόνια και ανήμερα
της εορτής του χωριού, ο ναός λειτούργησε ξανά μετά τις προσπάθειες του Δήμου Λύσης. Η
θεία λειτουργία τελέστηκε για πρώτη φορά μετά την τουρκική εισβολή προκαλώντας
συγκίνηση στο πλήθος Λυσιωτών που ταξίδεψαν, πέρασαν τα οδοφράγματα και έζησαν είτε
ξανά, είτε για πρώτη φορά την ευλογία.
Σήμερα, έχουν αρχίσει οι εργασίες συντήρησης της εκκλησίας, από την δικοινοτική τεχνική
επιτροπή Πολιτιστικής κληρονομίας, υπό την τεχνική επίβλεψη της UNDP (Πρόγραμμα των
Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη) με συνεισφορές τόσο της κοινότητας και της
εκκλησιαστικής επιτροπής της κατεχομένης Λύσης αλλά και την συνδρομή της Ευρωπαϊκής
Ένωσης.
Ο ναός αυτός δεν αποτελεί μονάχα ένα κτίσμα του παρελθόντος άξιο μνήμης και θαυμασμού.
Στέκει στην θέση του γερός, θυμίζοντας μας τις ρίζες μας, την ιστορία μας, τα ιδανικά μας, την
πίστη μας, την αντοχή μας. Παρόλο που «έχασε» τον κόσμο της με τον πιο άγριο τρόπο, δεν
έπαυσε ποτε να αποτελεί σύμβολο της ιστορίας, της μνήμης, της πίστης και της πολιτιστικής
ταυτότητας του νησιού. Διατηρεί ζωντανή την σύνδεση του τόπου με το παρελθόν και δεν
παύει να αποτελεί σύμβολο της αδιάσπαστης παρουσίας του ελληνισμού στη περιοχή.
Έλενα Ιακώβου
Αρχαιολόγος



